Αναζήτηση

Ο ΚΑΙΡΟΣ - Η ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

To Φροντιστήριο των ΕΠΙΤΥΧΙΩΝ στα Γρεβενά

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

4ο Δημοτικό Σχολείο Γρεβενών - Παραμύθι της Μαρίας Κούρκα



ΣΤ1, 4ο Δημοτικό Σχολείο Γρεβενών, 2017
Tο μαγικό κουμπί


Πριν από έναν αιώνα περίπου, ένας παππούς, καθώς έσκαβε με την τσάπα του στο χωράφι, βρήκε ένα παλιό, χοντρό βιβλίο… Απ’ έξω έγραφε: «Ταξίδι σ΄ έναν άλλο κόσμο». Ο παππούς άνοιξε το βιβλίο κι άρχισε να διαβάζει. Είχε μέσα πολλές ιστορίες, άλλες φανταστικές κι άλλες αληθινές. Αφού διάβασε μερικές σελίδες, άρχισε να νιώθει ένα περίεργο προαίσθημα ότι κάτι θα συμβεί, αν συνεχίσει το διάβασμα. Απ’ τον φόβο του, έβαλε το βιβλίο σ’ ένα κουτί και μετά, με την τσάπα του, άνοιξε μια μεγάλη τρυπά στον κήπο του και το έθαψε εκεί μέσα. Πράγματι στην επόμενη σελίδα υπήρχε ένα κουμπί που, αν το πατούσες, θα μεταφερόσουν σ’ ένα μέρος μαγικό! Όμως αυτό ο παππούς δεν το ’μαθε πότε. Για να δούμε όμως τι θα συμβεί έναν αιώνα μετά…
Τέσσερα παιδιά, ο Νικόλας, η Στέλλα, ο Πέτρος και η Ευαγγελία, έπαιζαν κρυφτό στην πλατεία του χωρίου, κοντά στο σπίτι του παππού… Καθώς ο Πέτρος μετρούσε, η Στέλλα δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί. Έτσι, την τελευταία στιγμή, σκέφτηκε να πάει να κρυφτεί πίσω από έναν πλάτανο. Όμως καθώς έτρεχε για να προλάβει, σκόνταψε, έπεσε και άρχισε να κλαίει. Όταν τη ρώτησαν τα παιδιά πώς έπεσε, τους είπε ότι σκόνταψε από μια …πέτρα. Τα παιδιά όμως είδαν ότι δεν ήταν πέτρα αλλά ένα κουτί, μισοθαμμένο στο χώμα. Ο Νικόλας, ο πιο τολμηρός, πήρε την απόφαση να ανοίξει το κουτί. Μέσα στο κουτί είδαν ένα σκονισμένο, παλιό βιβλίο. Το άνοιξαν κι άρχισαν να διαβάζουν με αγωνία. Σε μια σελίδα υπήρχε ένα κουμπί. Δεν ήταν σίγουροι για το αν θα έπρεπε να το πατήσουν ή όχι… Τελικά πήραν την απόφαση και το πάτησαν! Ένας δυνατός ήχος ακούστηκε! Ξαφνικά άρχισαν να τσουλάνε πάνω σε μια τεραστία, πολύχρωμη τσουλήθρα! Ύστερα από αρκετή ώρα, βρεθήκαν σ’ ένα μικρό σπιτάκι, μέσα σ’ ένα τεράστιο δάσος. Άνοιξαν τα ματιά τους και είδαν δυο νάνους να τους κοιτούν γεμάτοι περιέργεια. Ρώτησαν να μάθουν πού βρίσκονται και οι νάνοι τους είπαν ότι βρίσκονται στη «Ρανιόκ», μια χωρά με νάνους, ξωτικά, νεραΐδες και γοργόνες, χωρίς ανθρώπους. Βασιλιάς τους ήταν ο Ιούλιος Μέστο και βασίλισσα η Λίντα Μέστο. Η βασίλισσα όμως ήταν κακιά, πολύ κακιά! Μισούσε τους ανθρώπους και είχε επιβάλει σκληρή τιμωρία γι όσους αποφάσιζαν να επισκεφτούν τη χώρα τους. Αν κάποιος άνθρωπος τολμούσε να πάει σαν επισκέπτης στη Ρανιόκ, θα φυλακιζόταν για 50 ολόκληρα χρόνια! Το μόνο που μπορούσε να σταματήσει την άκαρδη βασίλισσα ήταν τα τέσσερα σπάνια λουλούδια: ένας κρίνος, ένα χρυσάνθεμο, ένα γαρύφαλλο κι ένας νάρκισσος, που ήταν κρυμμένα στη μαγική χωρά Ρανιόν. «Εάν κάποιος τα βρει, θα πρέπει να τα τοποθετήσει στον θρόνο της βασίλισσας και να πει τα ξόρκια που είναι γραμμένα στην κάτω πλευρά του θρόνου του βασιλιά. Μόνο έτσι η βασίλισσα κι ο βασιλιάς θα φύγουν για πάντα από τη Ρανιόκ», τους είπαν οι νάνοι. Τα παιδιά αναρωτήθηκαν γιατί, τόσα χρόνια, κανένας άλλος δεν προσπάθησε να βρει τα λουλούδια και να ακυρώσει την τιμωρία της κακιάς βασίλισσας. «Μόνο εσείς οι άνθρωποι μπορείτε να τα δείτε», απάντησαν οι νάνοι. «Πρέπει όμως, αν θέλετε να μας βοηθήσετε, να πάτε στον μάγο Ντίζαμπορντ, να σας κάνει αόρατους. Προσέξτε όμως! Μόνο για 5 ώρες θα είστε αόρατοι. Πρέπει λοιπόν να βιαστείτε, να πάτε στο μαγεμένο δάσος για να βρείτε τον χάρτη, που θα σας βοηθήσει να βρείτε τα λουλούδια»
Η ώρα περνούσε και τα παιδιά πήραν την απόφαση να σταματήσουν αυτή την αδικία σε βάρος των ανθρώπων. Βρήκαν τον μάγο Ντίζαμπορντ, τον παρακάλεσαν και τους έκανε αόρατους. Αυτοί όμως μπορούσαν να βλέπουν το ένα το άλλο. Πήραν λοιπόν τον δρόμο για το μαγεμένο δάσος, ψάχνοντας με τις ώρες για τον χάρτη. Η Ευαγγελία ήταν αυτή που βρήκε τον χάρτη, μέσα στην κουφάλα ενός γέρικου, αιωνόβιου δέντρου. Ο χάρτης έδειχνε ότι ο νάρκισσος βρισκόταν κρυμμένος στο μαγεμένο δάσος, το γαρύφαλλο στον κήπο με τα λευκά τριαντάφυλλα, ο κρίνος στη μεγάλη βιβλιοθήκη και το χρυσάνθεμο στο κεντρικό σιντριβάνι της Ρανιόκ.
Τα παιδιά σκορπιστήκαν στο δάσος κι άρχισαν όλα να ψάχνουν για τον νάρκισσο. Έψαξαν μέσα σε θάμνους, σε δέντρα, παντού, ώσπου ο Πέτρος βρήκε έναν νάρκισσο, ανάμεσα στα κλαδιά μιας βελανιδιάς. Τον πήραν και το φύλαξαν μέσα σε ένα ψάθινο καλάθι. Συνέχισαν να ψάχνουν στον κήπο με τα λεύκα τριαντάφυλλα για να βρουν το γαρύφαλλο. Ο κήπος όμως ήταν τεράστιος με πολλά λουλούδια, πράγμα που έκανε το έργο τους ακόμα πιο δύσκολο. Τους πήρε αρκετή ώρα, ώσπου ο Νικόλας είδε ένα λουλούδι με διαφορετικό χρώμα και μορφή από τα αλλά. Ήταν το γαρύφαλλο! Το έβαλαν στο καλάθι και συνέχισαν για το επόμενο λουλούδι, το χρυσάνθεμο, που βρισκόταν στο κεντρικό σιντριβάνι της Ρανιόκ. Όταν έφτασαν εκεί, είδαν στην κορυφη του σιντριβανιού ένα γυάλινο κουτί. Η Στέλλα που ήταν η πιο ριψοκίνδυνη της παρέας, βούτηξε μέσα στο σιντριβάνι κι άρχισε να σκαρφαλώνει στην κορυφή. Πήρε το γυάλινο κουτί και βγήκε έξω. Το άνοιξαν και πήραν το χρυσάνθεμο. Λίγο πιο πέρα, βρισκόταν η περίφημη βιβλιοθήκη της Ρανιόκ! Εκείνη τη μέρα η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή. Η τεραστία ξύλινη πόρτα της ήταν κλειδωμένη. Ευτυχώς όμως, υπήρχε ένα παράθυρο ανοιχτό. Τα παιδιά το είδαν και μπήκαν από εκεί στο ισόγειο του κτηρίου. Άρχισαν να ψάχνουν σε όλα τα ράφια, σε όλες τις αίθουσες. Ο χρόνος κόντευε να τελειώσει, όταν ο Νικόλας είδε τον κρίνο, μέσα σε ένα ανθοδοχείο, διπλά σ’ ένα χρυσό βιβλίο στο πέμπτο ράφι. Καθώς ήταν ο πιο ψηλός απ’ τα παιδιά, άπλωσε το χέρι του και το έφτασε. Έτσι τα παιδιά είχαν ολοκληρώσει σχεδόν την αποστολή τους, αφού μάζεψαν και τα τέσσερα σπάνια λουλούδια στο καλάθι τους.
Το τελευταίο πράγμα που έμενε τώρα να κάνουν, ήταν να πάνε στο παλάτι της βασίλισσας. Σε 15 λεπτά θα τέλειωνε η δύναμη της μαγείας. Φτάσαν στο παλάτι της βασίλισσας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Μπήκαν μέσα κι άρχισαν να ψάχνουν για την αίθουσα των θρόνων. Ευτυχώς που δεν μπορούσε να τους δει κανείς, αφού ήταν αόρατοι. Η βασίλισσα κι ο βασιλιάς έτρωγαν αμέριμνοι το φαγητό τους στην αίθουσα φαγητού. Άρχισαν να ψάχνουν από αίθουσα σε αίθουσα, από όροφο σε όροφο, ώσπου τελικά τα παιδιά βρήκαν την αίθουσα των θρόνων. Τους απέμεναν μόνο λίγα λεπτά! Άφησαν τα λουλούδια στον θρόνο της βασίλισσας και είπαν τα λογία που ήταν γραμμένα κάτω από τον θρήνο του βασιλιά: «Λόμπρα τε σίντο κάιλο» από τέσσερις φόρες. Η αίθουσα γέμισε χρυσόσκονη! Ξαφνικά γίναν ορατοί. Την ίδια στιγμή, όλοι όσοι βρισκόταν στο παλάτι μαζί με την βασίλισσα και τον βασιλιά εξαφανίστηκαν για πάντα…


Από τη στιγμή εκείνη και μετά στη Ρανιόκ επικρατούσε ειρήνη, αγάπη και ευτυχία ανάμεσα στους νάνους, τα ξωτικά, τις νεραΐδες και τις γοργόνες. Τώρα πια μπορούσαν να τους επισκέπτονται και οι άνθρωποι. Αφού πέρασαν οι 5 ώρες και λύθηκαν τα μάγια, οι τέσσερις φίλοι βρεθήκαν πάλι πίσω στο χωριό τους, στη θέση απ’ όπου ξεκίνησαν όλα. Όλοι ένιωθαν περήφανοι που μπόρεσαν και σταμάτησαν αυτή την αδικία.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς …καλύτερα!
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
4dim-greven.gre.sch.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου