«Ποιος να μου το 'λεγε ότι για να ντυθώ θα έπρεπε να πάρω ημερησία διαταγή!». Αυτή η φράση ανήκει στον
«Χάρη Ζάβαλο» τον οποίο υποδύθηκε απολαυστικά ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στη θρυλική -πλέον- ταινία της Φίνος Φιλμ «Η Βίλλα των Οργίων».Στην σκηνή που έχει μείνει χαραγμένη ανεξίτηλα στην κινηματογραφική ιστορία, Ο «Χάρης Ζάβαλος» φορώντας μονάχα ένα λευκό σεντόνι διαπιστώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το παράλογο του άρθρου 357 του τότε Ποινικού Κώδικα. Λίγο νωρίτερα, ο Ανδρέας Ντούζος, υποδυόμενος τον απατημένο σύζυγο, έχει εισβάλει στη βίλα του μαζί με αστυνομικούς για να πιάσει επ’ αυτοφώρω τη σύζυγό του (Μέλπω Ζαρόκωστα) στην αγκαλιά του επιχειρηματία Ζάβαλου.
Η ταινία «Η βίλλα των οργίων» (1964) αποτυπώνει με χιούμορ μια σκληρή ελληνική πραγματικότητα της εποχής, τότε που η μοιχεία δεν ήταν απλώς κοινωνικό αμάρτημα, αλλά ποινικό αδίκημα που τιμωρούνταν με φυλάκιση αρκεί οι... «δράστες» να πιάνοντας επ' αυτοφώρω την ώρα της σεξουαλικής πράξης και χωρίς ρούχα.
Σαν σήμερα η κατάργηση του άρθρου 357 στο ΦΕΚ
Σαν σήμερα, πριν 44 χρόνια, και συγκεκριμένα, στις 20 Αυγούστου του 1982, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Νόμος 1272/82. Το άρθρο 8 του νόμου της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κατήργησε οριστικά το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα του 1951, βάζοντας τέλος σε μια πρακτική δεκαετιών που σπίλωνε υπολήψεις και γέμιζε σελίδες στις εφημερίδες της εποχής. Εξάλλου οι ιστορίες μοιχείας, ήταν ένα συνηθισμένο ρεπορτάζ για πολλά χρόνια.
Πότε έμενε ατιμώρητη η μοιχεία
Το αδίκημα χαρακτηριζόταν ως πλημμέλημα και προέβλεπε ποινή φυλάκισης έως ένα έτος. Η δίωξη ασκούνταν μόνο μετά από έγκληση του παθόντος συζύγου, ενώ η πράξη έμενε ατιμώρητη αν υπήρχε διάσταση των συζύγων ή ανοχή. Έναν χρόνο αργότερα, με τον Νόμο 1329/1983, η μοιχεία έπαψε να αποτελεί και απόλυτο λόγο διαζυγίου, εκτός αν είχε διαταράξει τόσο σοβαρά τη σχέση ώστε η συμβίωση να καθίσταται αφόρητη (άρθρο 1439 Α.Κ.).Η «βιομηχανία» των παρακολουθήσεων
Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της μοιχείας, έπρεπε το «ανήθικο» ζευγάρι να πιαστεί επ' αυτοφώρω. Αυτό οδήγησε στη γέννηση μιας ολόκληρης «βιομηχανίας» παρακολουθήσεων καθώς οι σύζυγοι που είχαν υποψίες απευθυνόντουσαν σε ιδιωτικούς ερευνητές για να τους βρουν τα απαραίτητα στοιχεία. Οι ντετέκτιβ της εποχής παρακολουθούσαν τα ζευγάρια για μέρες ενώ όταν όλα ήταν έτοιμα, οργάνωναν και την έφοδο στο δωμάτιο που βρισκόταν το ζευγάρι για να βγάλουν τις περίφημες φωτογραφίες-ντοκουμέντα.Στην συνέχεια, ερχόταν η σύλληψη του ζευγαριού στο πλαίσιο του αυτοφώρου και το οδηγούσαν στο αστυνομικό τμήμα τυλιγμένο μόνο με τα σεντόνια του κρεβατιού, τα οποία θεωρούνταν ως πειστήρια εγκλήματος. Οι συλληφθέντες περνούσαν τη νύχτα στο κρατητήριο και την επόμενη μέρα οδηγούνταν στο δικαστήριο ενώ οι εφημερίδες κάλυπταν τις λεπτομέρειες του ρεπορτάζ μετατρέποντας τις προσωπικές στιγμές σε δημόσιο θέαμα με γλαφυρές περιγραφές.

Αντέδρασε η Εκκλησία στην αποποινικοποίηση της μοιχείας
Η αποποινικοποίηση της μοιχείας από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου εντασσόταν στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και της φιλελευθεροποίησης του Οικογενειακού Δικαίου. Ωστόσο, η μεταρρύθμιση προκάλεσε αντιδράσεις κυρίως στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Η Εκκλησία της Ελλάδος υποστήριζε ήδη από τον Ιανουάριο του 1982 ότι «η αποποινικοποίηση της μοιχείας θα κλονίσει τα θεμέλια της οικογένειας και του γάμου».Τελικά, η νομοθεσία που αποποινικοποιούσε τη μοιχεία κατατέθηκε στη Βουλή και υπερψηφίστηκε από το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, ενώ η Νέα Δημοκρατία την καταψήφισε.
Από τον Χαμουραμπί και τον Σόλωνα έως τον 20ό αιώνα
Η ποινικοποίηση της απιστίας έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Ο Κώδικας του Χαμουραμπί, τον 18ο αιώνα π.Χ. προέβλεπε πνιγμό για τους μοιχούς. Στην αρχαία Αθήνα, ο Δράκοντας επέτρεπε την αυτοδικία/Αργότερα, ο Σόλωνας πρόσφερε στον απατημένο σύζυγο τρεις εναλλακτικές:
- Δικαίωμα αυτοδικίας (Ατιμώρητη ανθρωποκτονία): Ο σύζυγος, ο πατέρας, ο αδελφός ή ο γιος της γυναίκας είχε την επιλογή να σκοτώσει επί τόπου τον μοιχό (επ’ αυτοφώρω), χωρίς να διώκεται για φόνο. Η πράξη αυτή θεωρούνταν «νόμιμος φόνος».
- Σωματικές ποινές και διαπόμπευση: Αν ο σύζυγος επέλεγε να μην σκοτώσει τον μοιχό, είχε το δικαίωμα να τον κρατήσει αιχμάλωτο μέχρι να καταβληθούν λύτρα, ή να τον υποβάλει σε σωματικές ατιμωτικές ποινές, όπως η διαπόμπευση και η σωματική κακοποίηση.
- Υποχρεωτικό διαζύγιο: Ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος από τον νόμο να χωρίσει αμέσως τη γυναίκα που υπέπεσε σε μοιχεία. Αν παρέμενε μαζί της, έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα.
Όσον αφορά τη γυναίκα που είχε διαπράξει τη μοιχεία, την περίμενε κοινωνικός αποκλεισμός καθώς στερούνταν το δικαίωμα να συμμετέχει σε δημόσιες θρησκευτικές τελετές και να φορά κοσμήματα. Αν εμφανιζόταν σε δημόσιο χώρο με κοσμήματα, οποιοσδήποτε πολίτης είχε το δικαίωμα να της τα αφαιρέσει και να της σκίσει τα ρούχα, χωρίς όμως να την τραυματίσει ή να τη σκοτώσει.
Στον Χριστιανισμό η μοιχεία θεωρείται βαρύτατη αμαρτία και προσβολή του μυστηρίου του Γάμου, επισύροντας αυστηρά επιτίμια και στέρηση της Θείας Κοινωνίας έως και για 15 έτη, ενώ στη Σαρία προβλέπονται απάνθρωπες ποινές όπως ο λιθοβολισμός.
Στο νεότερο ελληνικό κράτος η μοιχεία ρυθμιζόταν ως πλημμέλημα αρχικά από τον Ποινικό Νόμο της Βαυαροκρατίας (άρθρο 286) μέχρι το 1950, και στη συνέχεια από τον Ποινικό Κώδικα του 1951 (άρθρο 357).

Πότε αποποινικοποιήθηκε η μοιχεία στον υπόλοιπο κόσμο
Η Ελλάδα δεν ήταν η μόνη χώρα που διατήρησε αδίκημα τη μοιχεία μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η μοιχεία δεν αποτελούσε σύγχρονο ποινικό αδίκημα, ενώ στις Σκανδιναβικές χώρες καταργήθηκε από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα (στη Νορβηγία το 1902, στη Δανία το 1930 και στη Σουηδία το 1937).Στη Δυτική Γερμανία και την Ιταλία αποποινικοποιήθηκε το 1969, στη Γαλλία το 1975, στην Ισπανία το 1978 και στην Ελλάδα το 1982. Ακολούθησαν το Βέλγιο το 1987, η Ελβετία το 1989, η Χιλή το 1994, η Αργεντινή το 1995, η Αυστρία το 1997, η Βραζιλία το 2005, η Ρουμανία το 2006 και το Μεξικό το 2011.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου