Δεν θα μπορούσα, στη συνοπτική μου παρουσίαση, να αναφερθώ σ
όλη τη συγκομιδή. Τα στάχυα πολλά και μεγάλη η θημωνιά. Θα σταθώ επιλεκτικά και
θα κάνω μνεία, ενδεικτικά, σ’ αυτά θα μας δώσουν τον ένζυμο άρτο για το ταξίδι
του Τόπου μας στα χρόνια που έρχονται!...
Σήμερα θα
παρουσιάσουμε την επανέκδοση του βιβλίου : «Δημοτικά Τραγούδια της Δεσκάτης»,
το οποίο είναι πιο εμπλουτισμένο, με ιδιαίτερους ερμηνευτικούς σχολιασμούς, σε
σχέση με την πρώτη έκδοση.
Τα Δημοτικά
Τραγούδια είναι οι γλυκασμοί της παράδοσης. Έχουν συντεθεί από άγνωστους
συνθέτες και εκφράζουν με λυρικό τρόπο τις ψυχικές αγωνίες του λαού μας.
Η περιοχή
μας αξιώνεται με πάρα πολύ όμορφα τραγούδια.
Για την
οικονομία του χώρου και του χρόνου, θα σταθούμε ενδεικτικά σε ένα από τα
τραγούδια της Συλλογής: «Ο θερισμός». Θα
δούμε τη δύναμη των λέξεων, και τη λυρικότητα της ντοπιολαλιάς, να
εκφράζουν με τρόπο μοναδικό τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών στο ποιητικό
δρώμενο…
Είναι ένα
τραγούδι βγαλμένο από τον μόχθο της επιβίωσης των ξωμάχων της υπαίθρου. Τις
διάφορες παραλλαγές του τις συναντά κανείς στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη
Δυτική Μακεδονία. Μία από αυτές τις παραλλαγές του, κατηγορηματικά, η πιο
ποιητική, και η πιο δραματοποιημένη, είναι ο «θερισμός».
Η Δεσκατιώτικη στιχουργία θέλει τον Ήλιο ως
αυτεξούσια θεότητα, κοντά στον ανθρώπινο πόνο, τις πίκρες, τις χαρές, τους
καημούς και τα ντέρτια! Τον Ήλιο που βλέπει τους θεριστές και τις θερίστριες,
τις θερμοπληγικές ώρες του Καλοκαιριού,
εξαντλημένους από την κούραση, λουσμένους από ακατάσχετο ιδρώτα να
βιώνουν μια καταπίεση χωρίς ανασαιμιά. Που γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από την βραδυπορούσα
αναμονή, για το ποθητό ηλιοβασίλεμα!... Έτσι, στην πρώτη αποστροφή, η μούσα του
πόνου, κάνει κατηγορηματική επίκληση
στον Ήλιο: «Ήλιε μ’ γιατί μας άργησες και αργείς να βασιλέψεις?». Και
συνεχίζεται η κατηγορηματική επίκληση: Δεν αλυπάσι την αργατιά, δεν αλυπάσι κόσμο?
Δεν αλυπάσι μικρά παιδιά που καρτερούν τις μάνες? Δυσβάσταχτη η
κατηγορία, που φέρνει, άμεσα, την αντίδραση του Ήλιου, φανερώνοντας τη
συμπονετική του κατανόηση, κι ιεραρχώντας τον οικτιρμό και τη λύπη του: Δεν
αλυπούμι τ’ν αργατιά, δεν αλυπούμι κόσμο, δεν αλυπούμι μικρά παιδιά που
καρτερούν τις μάνες.
Αλλεπάλληλες πρωτοπρόσωπες αρνήσεις για να
τονισθεί η κατάφαση της λύπης, από τον βασιλιά της ημέρας. Μια ανταπάντηση
σαφέστατη, με πολλές προσλαμβάνουσες και ιδιαίτερα για την αργατιά και τον
κόσμο, ακόμα και για τις μάνες των μικρών παιδιών, που βρίσκονται κάτω από
αυτές τις καταπιεστικές συνθήκες. Δεν αλυπούμι, ανταπαντά ο Ήλιος, και
αφήνει, αφαιρετικά, να νοηθεί ότι, οι συνθήκες είναι ίδιες για όλους, και εν
δυνάμει αυτές αλλάζουν αν όλοι, οι ξωμάχοι, θέλουν να τις αλλάξουν. Έμμεσα υπό-
κρύβεται η πρόταση για αντίδραση της αργατιάς και του κόσμου, σ αυτούς που
δημιούργησαν αυτές τις δυσβάστακτες συνθήκες. Και ξανά με την πρωτοπρόσωπη ομολογία του,
φανερώνει άμεσα την βαθιά του λύπη και στενοχώρια…
Μον’ αλυπούμι μία νια,
μια μικροπαντρεμένη, όπου θερίζ’ ξιπόλητη, νηστ’ κιά και διψασμένη. Έχει
δρεπάνι αχάραγου χωρίς παλαμαρίτσα!!!!
Και στην
αποστροφή του τελευταίου στίχου, ο Ήλιος εκφράζει την λύπη του για μια νια,
μικροπαντρεμένη η οποία θερίζει ξυπόλυτη, χωρίς τσαρούχια, μέσα στα σβόλια και
τις αγκαθιές, (γιατί οι δικοί της δεν φρόντισαν να την ποδίσουν), νηστικιά και διψασμένη, με αχάραγο δρεπάνι, (ήτοι το δρεπάνι, που δεν
χαράσσει, που δεν κόβει), και μάλιστα
χωρίς παλαμαρίτσα, (δηλαδή χωρίς την ξύλινη θήκη που προστάτευε τα δάχτυλα από
την αιχμηρότητα των ξηρών αγάνων των σταχιών). Συνθήκες βασανιστικές, που
έφερναν αβάσταχτο πόνο και
κραυγαλέο καημό… Αυτή η τελευταία
αποστροφή δείχνει ότι η στιχοπλοκή είναι βιωματική και φανερώνει μ έναν οξύτατο
ρεαλισμό τις συνθήκες ζωής των
περισσοτέρων γυναικών της υπαίθρου…
Σε όλες τις
άλλες παραλλαγές η λαϊκή μούσα καταριέται τον Ήλιο, δημιουργώντας την αίσθηση
της μεταφυσικής δικαίωσης. Μόνο, στην παραλλαγή τούτη, της Δεσκατιώτικης
Συλλογής, γίνεται η κατηγορηματική επίκληση στον Ήλιο, ζητώντας απαντήσεις για
τις δύσκολες συνθήκες του θερισμού, που με την ανεκπλήρωτη προσδοκία για τη
συνέργεια του Ήλιου στην επιτάχυνση του
βασιλέματος και στην απαλλαγή των βασάνων της μικροπαντρεμένης , προσγειώνει
στην τραχιά πραγματικότητα του θερισμού, εκείνης της εποχής.
Η
Δεσκατιώτικη παραλλαγή είναι πανέμορφη έχει νοηματική ολοκλήρωση, λυρικότητα,
κοινωνική περιγραφικότητα. Φανερώνει την κοινωνική καταπίεση και την σκληρή
αντρική επιβολή της πατριαρχικής οικογένειας.
Ο Κώστας
Σπανός, επιδιορθώνοντας χρόνια το κιούγκι της παράδοσης, έφερε προστατευτικά τη
ροή ως τον κρουνό των άνυδρων ημερών μας.
Αυθόρμητα,
απ όλους, που αγαπάμε τον λαϊκό μας πολιτισμό ο δάσκαλός μας παίρνει το
παράσημο της αγάπης και του θαυμασμού για το αξιόλογο έργο του!...
Σίμος Ζαγκανίκας










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου