Την ίδια στιγμή, κορυφαίοι επιστήμονες ζητούν να μπει οριστικό τέλος στη θερινή ώρα, εκφράζοντας ανησυχίες ότι η πρακτική αυτή μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο, τροχαία ατυχήματα και προβλήματα ύπνου. Η αλλαγή της ώρας στην Ευρώπη εξακολουθεί να ισχύει, με τα ρολόγια να πηγαίνουν μπροστά την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου και πίσω την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου.
Ο Δρ Τζον Ο’Νιλ, ειδικός στους κυτταρικούς κιρκάδιους ρυθμούς στο Medical Research Council Laboratory of Molecular Biology στο Κέιμπριτζ, υποστήριξε ότι η αλλαγή της ώρας συνοδεύεται από «μικρούς αλλά σημαντικούς κινδύνους».
«Στην πραγματικότητα, σήμερα δεν προσφέρει ιδιαίτερο όφελος σχεδόν σε κανέναν, ενώ μας εκθέτει σε μια σειρά από μικρούς αλλά υπαρκτούς κινδύνους», σημείωσε.
Όπως εξηγεί, η επίδραση στο ανθρώπινο σώμα μοιάζει με μια μορφή μαζικού jet lag.
«Είναι σαν ολόκληρη η χώρα να παθαίνει jet lag μίας ώρας, ταυτόχρονα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τις ημέρες που ακολουθούν την αλλαγή της ώρας καταγράφεται αύξηση στα εμφράγματα, τα εγκεφαλικά επεισόδια, αλλά και στα τροχαία ατυχήματα. Η ειδικότητά του στο MRC-LMB και η σύνδεση της διαταραχής του βιολογικού ρολογιού με χρόνια νοσήματα επιβεβαιώνονται και από το επίσημο προφίλ του εργαστηρίου, ενώ πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση στην European Journal of Epidemiology κατέγραψε τόσο αρνητικές όσο και περιορισμένες θετικές επιδράσεις της θερινής ώρας στην υγεία.
Ο Δρ Ο’Νιλ τάσσεται ανοιχτά υπέρ της κατάργησης αυτής της πρακτικής, η οποία εφαρμόζεται εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Η αλλαγή της ώρας υιοθετήθηκε για πρώτη φορά το 1916, με βασικό στόχο την καλύτερη αξιοποίηση του φυσικού φωτός κατά τους θερινούς μήνες και, κατ’ επέκταση, τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Σήμερα, όμως, όλο και περισσότεροι επιστήμονες αλλά και πολίτες αμφισβητούν αν εξακολουθεί να έχει ουσιαστικό νόημα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο —όπως και σε πολλές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες— τα ρολόγια πηγαίνουν μία ώρα μπροστά στις 1 π.μ. της τελευταίας Κυριακής του Μαρτίου και επιστρέφουν μία ώρα πίσω στις 2 π.μ. της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου. Το επιχείρημα υπέρ της αλλαγής είναι ότι, όσο οι ημέρες μεγαλώνουν, η μετατόπιση του ωραρίου προσφέρει περισσότερο φως κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Δρ Ο’Νιλ, αυτή η απότομη μεταβολή δεν είναι ουδέτερη για τον οργανισμό.
Όπως εξηγεί, το ανθρώπινο σώμα και ιδιαίτερα το καρδιαγγειακό σύστημα δεν είναι προετοιμασμένα να ανταποκριθούν ακαριαία στις αυξημένες απαιτήσεις μιας ημέρας που ξεκινά ξαφνικά μία ώρα νωρίτερα.

Unsplash
«Αν μεταθέσεις όλες αυτές τις απαιτήσεις και τις επιβαρύνσεις, για παράδειγμα στο καρδιαγγειακό σύστημα, μία ώρα νωρίτερα, τότε ο οργανισμός απλώς δεν είναι το ίδιο έτοιμος να ανταποκριθεί», σημείωσε.
Και πρόσθεσε πως, ειδικά για μεγαλύτερους σε ηλικία ή πιο ευάλωτους ανθρώπους, αυτό μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα ενός σοβαρού καρδιαγγειακού επεισοδίου, όπως ένα έμφραγμα ή ένα εγκεφαλικό.
Η απώλεια μιας ώρας ύπνου την άνοιξη έχει επίσης πιο άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα. Η γενικευμένη κόπωση που ακολουθεί μπορεί να επηρεάσει την προσοχή, τη συγκέντρωση και την αντίδραση των οδηγών, με ορισμένες μελέτες να δείχνουν ότι ο κίνδυνος θανατηφόρων τροχαίων μπορεί να αυξηθεί κατά περίπου 6% μετά τη μετάβαση στη θερινή ώρα.
Παρά τις ενστάσεις, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η θερινή ώρα πιθανότατα είχε πολύ μεγαλύτερη αξία στο παρελθόν.
«Είμαι βέβαιος ότι ήταν εξαιρετικά χρήσιμη για τους προγόνους μας πριν από 100 χρόνια», ανέφερε.
Ωστόσο, όπως τονίζει, σήμερα υπάρχει πλέον ισχυρό επιχείρημα υπέρ της υιοθέτησης ενός μόνιμου καθεστώτος ώρας, χωρίς τις εξαμηνιαίες μεταβολές που συνεχίζουν να αναστατώνουν τον ύπνο και το βιολογικό ρολόι εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η ανασκόπηση έδειξε ότι όταν τα ρολόγια πηγαίνουν μία ώρα μπροστά την άνοιξη, η μετάβαση αυτή συνδέεται με αυξημένο αριθμό εμφραγμάτων και θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων, αλλά ταυτόχρονα και με μείωση σε ορισμένες μορφές εγκληματικότητας που περιλαμβάνουν σωματική βία.
Αντίθετα, όταν τα ρολόγια πηγαίνουν μία ώρα πίσω το φθινόπωρο, φαίνεται να καταγράφεται μείωση της συνολικής θνησιμότητας και των εργατικών ατυχημάτων, ενώ την ίδια στιγμή παρατηρείται αύξηση στα περιστατικά εγκλημάτων με σωματική βλάβη.

Unsplash
Παρότι εξετάστηκε ένας μεγάλος αριθμός μελετών, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ποιότητα και η ισχύς των διαθέσιμων δεδομένων παραμένουν περιορισμένες.
Σε δημοσίευσή τους στο επιστημονικό περιοδικό «European Journal of Epidemiology», οι συντάκτες της μελέτης υπογράμμισαν ότι απαιτείται πιο ισχυρή και συστηματική έρευνα, προτού εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το αν η θερινή ώρα προσφέρει τελικά περισσότερα οφέλη ή περισσότερες επιβαρύνσεις.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ Αϊστέ Στεποναϊτε, σημείωσε χαρακτηριστικά: «Η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζει τη θερινή ώρα είτε ως ξεκάθαρα επιβλαβή είτε ως ξεκάθαρα ωφέλιμη, όμως τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη».
Και πρόσθεσε: «Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής χρειάζονται στοιχεία που να αποτυπώνουν τόσο τους κινδύνους όσο και τα οφέλη — όχι απλώς υποθέσεις».
newsbomb.gr









Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου